Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2019

Πολύ

Ήταν αργά.

Καθόταν σ'εκείνη την ξύλινη καρέκλα στην άκρη του τραπεζιού που τόσο του άρεσε. Δεν ήταν άνετη. Όμως ήταν η δική του καρέκλα, η δική του γωνιά μέσα στο μικρό σπίτι. Ο Γ. έφευγε. Το ξερε τώρα καιρό. Ήταν πρωτα το σώμα κι η φθορά του. Κι ύστερα το μυαλό. Οι σκέψεις  του γλιστρούσαν και ξεμάκραιναν όπως τα χρόνια. Όμορφα χρόνια. Δύσκολα χρόνια.

Χαμογέλασε. "Τι θα φάμε;", ρώτησε.

Η γυναίκα γυρισμένη -έβλεπε μόνο την πλάτη της- δεν τον άκουσε. Ήταν από τα λίγα πρόσωπα που θυμόταν, τα θλιμμένα μάτια των γηρατιών που ξεχώριζε. Θα αναγνώριζε αυτή την πλάτη, τα χέρια, τη σκυφτή φιγούρα εκείνης της γριούλας πάνω από την κατσαρόλα οπουδήποτε στον κόσμο. Ακόμη κι όταν όλα θα ξεθώριαζαν και τα τελευταία φύλλα της σκέψης του θα σκόρπιζαν στον άνεμο της λήθης, αυτή θα βρισκόταν εκεί, ανάμεσα στα κλαδιά της ζωής του, ένα με τη δική του.

"Χρυσαυγή", "τι θα φάμε;"

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2015

Ελεγείο

Αναδημοσίευση από http://vivliocafe.blogspot.gr/

Στη φωτιά του ματιού σου θα χαμογέλασε κάποτε ο Θεός.
Θα ’κλεισε την καρδιά της η άνοιξη σα μιας αρχαίας ακρογιαλιάς μαργαριτάρι.
Τώρα καθώς κοιμάσαι λαμπερός
Στους παγωμένους κάμπους που οι αγράμπελες
Γίναν βαλσαμωμένα φτερά μαρμάρινα περιστέρια
Βουβά παιδιά της απαντοχής-
Ήθελα να ’ρθεις μια βραδιά σα βουρκωμένο σύννεφο
Άχνη της πέτρας πάχνη της ελιάς
Γιατί στο αγνό σου μέτωπο
Κάποτε θα ’βλεπα κι εγώ
Το χιόνι των προβάτων και των κρίνων
Μα πέρασες απ’ τη ζωή σαν ένα δάκρυ της θάλασσας
Σα λαμπηδόνα καλοκαιριού και στερνοβρόχι του Μάη
Κι ας ήσουν μια φορά κι εσύ ένα γεράνιο κύμα της
Ένα πικρό βότσαλό της
Ένα μικρό χελιδόνι της σ’ ένα πανέρημο δάσος
Χωρίς καμπάνα τη χαραυγή χωρίς λυχνάρι το απόβραδο
Με τη ζεστή σου καρδιά γυρισμένη στα ξένα
Στα χαλασμένα δόντια της άλλης ακρογιαλιάς
Στα γκρεμισμένα νησιά της αγριοκερασιάς και της φώκιας.



(Νίκος Γκάτσος, πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Φιλολογικά Χρονικά”, τεύχος 38-40, Φεβρουάριος- Μάρτιος 1946)

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Meine Engel brauchen keine Flügel

 Αναδημοσιεύω την τόσο όμορφη ανάρτηση από το εξαιρετικό μπλογκ ΝΟ14ΜΕ.

 Meine Engel brauchen keine Flügel




  
         
Mario Wirz (1956-2013)
Μετάφραση από τα γερμανικά: Αλέξανδρος Κπριώτης




Meine Engel brauchen keine Flügel,
um mich zu erstaunen,
keinen Glanz,
der mich erschreckt,
behutsam stellen sie mich auf die Füße,
halten mich,
bei meinen ersten Schritten in das Tageslicht,
meine Engel sind weiblich oder männlich,
sie brauchen keine Harfen,
um mich zu wecken,
keine Vollkommenheit,
die mich verwirrt,
manchmal pfeifen sie kess
oder trällern die neuesten Schlager,
sie necken übermütig meine Gespenster,
scherzen mit meinem Schatten,
meine Engel verwandeln mein dunkles Schweigen
in ein Lachen,
füttern mich mit Hoffnung,
ihre Hände trösten den geschundenen Körper,
zähnen seinen Schmerz,
meine Engel verteidigen mich,
halten Wache,
auch in dieser Nacht…




Οι δικοί μου οι άγγελοι δεν χρειάζονται φτερά,
για να με θαμπώνουν,
ούτε λάμψη
που να με τρομάζει,
προσεχτικά με βάζουν να σταθώ στα πόδια μου,
με κρατάνε,
στα πρώτα μου τα βήματα στο φως της μέρας,
οι δικοί μου οι άγγελοι είναι θηλυκοί ή αρσενικοί,
δεν χρειάζονται άρπες,
για να με ξυπνάνε,
ούτε τελειότητα,
που να με μπερδεύει,
καμμιά φορά σφυρίζουνε αλήτικα
ή τραγουδάνε τις τελευταίες επιτυχίες,
πειράζουνε ανέμελα τα φαντάσματά μου,
κάνουν αστεία με τη σκιά μου,
οι δικοί μου οι άγγελοι μεταμορφώνουνε τη σκοτεινή σιωπή μου
σε γέλιο,
με ταΐζουνε ελπίδα,
τα χέρια τους παρηγορούν το βασανισμένο σώμα,
δαμάζουνε τον πόνο του,
οι δικοί μου οι άγγελοι με προστατεύουνε,
φυλάνε σκοπιά,
κι αυτή τη νύχτα…