Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2019

Πολύ

Ήταν αργά.

Καθόταν σ'εκείνη την ξύλινη καρέκλα στην άκρη του τραπεζιού που τόσο του άρεσε. Δεν ήταν άνετη. Όμως ήταν η δική του καρέκλα, η δική του γωνιά μέσα στο μικρό σπίτι. Ο Γ. έφευγε. Το ξερε τώρα καιρό. Ήταν πρωτα το σώμα κι η φθορά του. Κι ύστερα το μυαλό. Οι σκέψεις  του γλιστρούσαν και ξεμάκραιναν όπως τα χρόνια. Όμορφα χρόνια. Δύσκολα χρόνια.

Χαμογέλασε. "Τι θα φάμε;", ρώτησε.

Η γυναίκα γυρισμένη -έβλεπε μόνο την πλάτη της- δεν τον άκουσε. Ήταν από τα λίγα πρόσωπα που θυμόταν, τα θλιμμένα μάτια των γηρατιών που ξεχώριζε. Θα αναγνώριζε αυτή την πλάτη, τα χέρια, τη σκυφτή φιγούρα εκείνης της γριούλας πάνω από την κατσαρόλα οπουδήποτε στον κόσμο. Ακόμη κι όταν όλα θα ξεθώριαζαν και τα τελευταία φύλλα της σκέψης του θα σκόρπιζαν στον άνεμο της λήθης, αυτή θα βρισκόταν εκεί, ανάμεσα στα κλαδιά της ζωής του, ένα με τη δική του.

"Χρυσαυγή", "τι θα φάμε;"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου