Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2025

Pyrenees



"Τραγουδώ στο φεγγάρι όταν ανθίζει ολόκληρο,
Στρογγυλός κυνόδοντας στη φιλική νύχτα,
Γάτα που περιμένει.

Τραγουδώ στο παγωμένο ποτάμι,
Σύντροφο της ψυχής μου,
Σαν φλέβα, σαν δάκρυ.

Τραγουδώ στο άγρυπνο δάσος,
Χορτασμένο με ψάρια, λαγούς, βωλίτες.

Τραγουδώ στις γενναιόδωρες μέρες του ήλιου,
Στη θερινή αύρα, στη χειμερινή πνοή,
Στα πρωινά, στα δειλινά,
Στη λεπτή βροχή, στην οργισμένη βροχή.

Τραγουδώ στην πλαγιά, στην κορυφή, στο λιβάδι,
Στην τσουκνίδα, στην άγρια τριανταφυλλιά, στη βάτο.

Τραγουδώ σαν εκείνον που οργώνει έναν κήπο,
Σαν εκείνον που σκαλίζει ένα τραπέζι,
Σαν εκείνον που χτίζει ένα σπίτι,
Σαν εκείνον που σκαρφαλώνει σε λόφο,
Σαν εκείνον που τρώει ένα καρύδι,
Σαν εκείνον που ανάβει μια φωτιά.

Σαν τον Θεό που δημιουργεί ζώα και φυτά.

Όταν τραγουδώ, τα βουνά χορεύουν."

"When I Sing, Mountains Dance", Irene Sola

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2025

Επίλογος



Η μουσική ξεκινάει...

«Νομίζω», είπε η Τέχανου με τη μαλακή, παράξενη φωνή της, «ότι όταν πεθάνω, μπορώ να επιστρέψω την ανάσα που με έκανε να ζήσω. Μπορώ να δώσω πίσω στον κόσμο όλα όσα δεν έκανα. Όλα όσα θα μπορούσα να είχα γίνει και δεν μπόρεσα. Όλες τις επιλογές που δεν έκανα. Όλα όσα έχασα, ξόδεψα και σπατάλησα. Μπορώ να τα δώσω πίσω στον κόσμο. Στις ζωές που δεν έχουν ακόμη βιωθεί. Αυτό θα είναι το δικό μου δώρο στον κόσμο που μου έδωσε τη ζωή που έζησα, την αγάπη που αγάπησα, την ανάσα που ανέπνευσα».

-Ursula Le Guin, Ο άλλος άνεμος




Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2019

Πολύ

Ήταν αργά.

Καθόταν σ'εκείνη την ξύλινη καρέκλα στην άκρη του τραπεζιού που τόσο του άρεσε. Δεν ήταν άνετη. Όμως ήταν η δική του καρέκλα, η δική του γωνιά μέσα στο μικρό σπίτι. Ο Γ. έφευγε. Το ξερε τώρα καιρό. Ήταν πρωτα το σώμα κι η φθορά του. Κι ύστερα το μυαλό. Οι σκέψεις  του γλιστρούσαν και ξεμάκραιναν όπως τα χρόνια. Όμορφα χρόνια. Δύσκολα χρόνια.

Χαμογέλασε. "Τι θα φάμε;", ρώτησε.

Η γυναίκα γυρισμένη -έβλεπε μόνο την πλάτη της- δεν τον άκουσε. Ήταν από τα λίγα πρόσωπα που θυμόταν, τα θλιμμένα μάτια των γηρατιών που ξεχώριζε. Θα αναγνώριζε αυτή την πλάτη, τα χέρια, τη σκυφτή φιγούρα εκείνης της γριούλας πάνω από την κατσαρόλα οπουδήποτε στον κόσμο. Ακόμη κι όταν όλα θα ξεθώριαζαν και τα τελευταία φύλλα της σκέψης του θα σκόρπιζαν στον άνεμο της λήθης, αυτή θα βρισκόταν εκεί, ανάμεσα στα κλαδιά της ζωής του, ένα με τη δική του.

"Χρυσαυγή", "τι θα φάμε;"