Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2025

Επίλογος



Η μουσική ξεκινάει...

«Νομίζω», είπε η Τέχανου με τη μαλακή, παράξενη φωνή της, «ότι όταν πεθάνω, μπορώ να επιστρέψω την ανάσα που με έκανε να ζήσω. Μπορώ να δώσω πίσω στον κόσμο όλα όσα δεν έκανα. Όλα όσα θα μπορούσα να είχα γίνει και δεν μπόρεσα. Όλες τις επιλογές που δεν έκανα. Όλα όσα έχασα, ξόδεψα και σπατάλησα. Μπορώ να τα δώσω πίσω στον κόσμο. Στις ζωές που δεν έχουν ακόμη βιωθεί. Αυτό θα είναι το δικό μου δώρο στον κόσμο που μου έδωσε τη ζωή που έζησα, την αγάπη που αγάπησα, την ανάσα που ανέπνευσα».

-Ursula Le Guin, Ο άλλος άνεμος




Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2019

Πολύ

Ήταν αργά.

Καθόταν σ'εκείνη την ξύλινη καρέκλα στην άκρη του τραπεζιού που τόσο του άρεσε. Δεν ήταν άνετη. Όμως ήταν η δική του καρέκλα, η δική του γωνιά μέσα στο μικρό σπίτι. Ο Γ. έφευγε. Το ξερε τώρα καιρό. Ήταν πρωτα το σώμα κι η φθορά του. Κι ύστερα το μυαλό. Οι σκέψεις  του γλιστρούσαν και ξεμάκραιναν όπως τα χρόνια. Όμορφα χρόνια. Δύσκολα χρόνια.

Χαμογέλασε. "Τι θα φάμε;", ρώτησε.

Η γυναίκα γυρισμένη -έβλεπε μόνο την πλάτη της- δεν τον άκουσε. Ήταν από τα λίγα πρόσωπα που θυμόταν, τα θλιμμένα μάτια των γηρατιών που ξεχώριζε. Θα αναγνώριζε αυτή την πλάτη, τα χέρια, τη σκυφτή φιγούρα εκείνης της γριούλας πάνω από την κατσαρόλα οπουδήποτε στον κόσμο. Ακόμη κι όταν όλα θα ξεθώριαζαν και τα τελευταία φύλλα της σκέψης του θα σκόρπιζαν στον άνεμο της λήθης, αυτή θα βρισκόταν εκεί, ανάμεσα στα κλαδιά της ζωής του, ένα με τη δική του.

"Χρυσαυγή", "τι θα φάμε;"

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2015

Ελεγείο

Αναδημοσίευση από http://vivliocafe.blogspot.gr/

Στη φωτιά του ματιού σου θα χαμογέλασε κάποτε ο Θεός.
Θα ’κλεισε την καρδιά της η άνοιξη σα μιας αρχαίας ακρογιαλιάς μαργαριτάρι.
Τώρα καθώς κοιμάσαι λαμπερός
Στους παγωμένους κάμπους που οι αγράμπελες
Γίναν βαλσαμωμένα φτερά μαρμάρινα περιστέρια
Βουβά παιδιά της απαντοχής-
Ήθελα να ’ρθεις μια βραδιά σα βουρκωμένο σύννεφο
Άχνη της πέτρας πάχνη της ελιάς
Γιατί στο αγνό σου μέτωπο
Κάποτε θα ’βλεπα κι εγώ
Το χιόνι των προβάτων και των κρίνων
Μα πέρασες απ’ τη ζωή σαν ένα δάκρυ της θάλασσας
Σα λαμπηδόνα καλοκαιριού και στερνοβρόχι του Μάη
Κι ας ήσουν μια φορά κι εσύ ένα γεράνιο κύμα της
Ένα πικρό βότσαλό της
Ένα μικρό χελιδόνι της σ’ ένα πανέρημο δάσος
Χωρίς καμπάνα τη χαραυγή χωρίς λυχνάρι το απόβραδο
Με τη ζεστή σου καρδιά γυρισμένη στα ξένα
Στα χαλασμένα δόντια της άλλης ακρογιαλιάς
Στα γκρεμισμένα νησιά της αγριοκερασιάς και της φώκιας.



(Νίκος Γκάτσος, πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Φιλολογικά Χρονικά”, τεύχος 38-40, Φεβρουάριος- Μάρτιος 1946)