Σάββατο 12 Μαΐου 2012

Carl Sagan for books



"What an astonishing thing a book is. It's a flat object made from a tree with flexible parts on which are imprinted lots of funny dark squiggles. But one glance at it and you're inside the mind of another person, maybe someone dead for thousands of years. Across the millenia, an author is speaking clearly and silently inside your head, directly to you.Writing is perhaps the greatest of human inventions, binding together people who never knew each other,citizens of distant epochs. Books break the shackles of time. A book is proof that humans are capable of working magic."

Carl Sagan




Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

The Mirabeau Bridge

The Mirabeau Bridge--Guillaume Apollinaire


Below the Mirabeau bridge there flows the Seine
And so our love
Must I recall how then
After each sorrow joy would come again

Let night come toll hours away
Days go by me here I stay

Let us stay hand in hand face to face
While down below
The bridge of our embrace
Roll the waves weary of our endless gaze

Let night come toll hours away
Days go by me here I stay

Love goes away the way the waters flow
Love goes away
How life is long and slow
How hope of life can deal so strong a blow

Let night come toll hours away
Days go by me here I stay

The days the weeks are passing from our ken
Neither time passed
Nor love can come again
Below the Mirabeau bridge there flows the Seine



Το ποίημα αποτελεί αναδημοσίευση από το μπλογκ  THE ALCHEMIST. Επισκεφθείτε το για περισσότερα:

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

Απόσπασμα #2




"Και μου συνέβη καθώς πήγαινα για πρώτη φορά στη γωνιά του δωματίου όπου οι σκιές άρχιζαν κιόλας να ζουν, να συναντήσω κάποια που δεν περίμενα:
-Μα πώς,μαμά,εσύ εδώ;
Κάθεται, μικρόσωμη, στην πολυθρόνα,όχι εδώ,όχι στο δωμάτιό μου, αλλά ακόμα σ'εκείνο το δωμάτιο του μακρινού μας σπιτιού, όπου ωστόσο οι άλλοι τώρα πια δεν τη βλέπουν να κάθεται και από όπου ούτε εκείνη τώρα βλέπει γύρω της τα πράγματα που άφησε για πάντα, το φως του ζεστού ήλιου,φως λαμπερό που ευωδιάζει θάλασσα, τη βιτρίνα στη μια πλευρά όπου αστράφτουν τα σερβίτσια, και στην άλλη πλευρά το μπαλκόνι που βλέπει στο δρόμο του παραθαλάσσιου χωριού, όπου κυλάει μονότονη, όλο θορύβους, η καθημερινή ζωή, γεμάτη κίνηση για τους άλλους και πλήξη για κείνην. Ούτε βλέπει πια απέναντί της τ'αγαπημένα της εγγονάκια με ορθάνοιχτα τα γλυκά τους μάτια ν'ακούν τις ιστορίες της, κι εκείνους τους άλλους δύο που περισσότερο, ασφαλώς, της στοίχισε ν'αφήσει: το σύντροφο της ζω'ης της και την πιο αγαπημένη της κόρη, αυτήν που μέχρι τέλους την περιέβαλλε με την άγρυπνη λατρεία της.


"Σκυφτή, διπλωμένη ολόκληρη πάνω στο κορμί της για ν'ανακουφίσει τους πόνους, με τα χέρια πάνω στα γόνατα και το μέτωπο πάνω στα χέρια, κάθεται εκεί, στην πολυθρόνα της, που της θυμίζει τις έγνοιες του σπιτιού και το μαρτύριο των ατελείωτων στοχασμών στη διάρκεια της αναγκαστικής απραξίας της,τα ταξίδια της ψυχής ανάμεσα στους παρατεταμένους πόνους και στις μακρινές αναμνήσεις, κι ακόμα τις τελευταίες χαρές που δοκίμασε σαν γιαγιά..."


"...Σηκώνει με κόπο τα βλέφαρά και χαμογελάει θλιμμένα, σφίγγοντας στο στήθος τα μικρά της χέρια που τόσο έχουν δουλέψει, σχεδόν σαν να θέλει να κρύψει πού την πλήγωσε περισσότερο η αρρώστια. Και δεν σφίγγει μόνο τα χέρια της αλλά και την ψυχή της, για να κρύψει πού την πλήγωσαν περισσότερο τα γεγονότα της ζωής, πού την άγγιξαν περισσότερο τα λόγια των άλλων, και για να μην πει, μέσα από αυτό το πονεμένο χαμόγελο, παρά μονάχα όσα πρέπει..."


"...δεν είμαι μήπως πάντα ζωντανή για σένα...;"


"Ω, ναι μαμά! της αποκρίθηκα. Ζωντανή, ναι...αλλά δεν είναι αυτό! Θα μπορούσα, αν μου το έκρυβαν από ευσπλαχνία, θα μπορούσα ακόμα και να μην ξέρω ότι πέθανες και να σε φαντάζομαι, όπως σε φαντάζομαι, ακόμα ζωντανή, εκεί, καθισμένη στην πολυθρόνα σου, στη συνηθισμένη γωνιά σου, μικρόσωμη, με τα εγγόνια σου γύρω, ή απασχολημένη πάλι με κάποια δουλειά του σπιτιού. Θα μπορούσα να συνεχίσω να σε φαντάζομαι έτσι, όπως σε φανταζόμουν τόσα χρόνια από μακριά, νιώθοντάς σε πραγματικά καθισμένη εκεί, στη γωνιά σου. Αλλά εγώ κλαίω για άλλο,μαμά. Κλαίω γιατί εσύ, μαμά εσύ δεν μπορείς πια να με σκέφτεσαι! Χάθηκε απ'το δικό μου κόσμο ένα στήριγμα, μια παρηγοριά. Όταν στεκόσουν καθισμένη εκεί, στη γωνιά σου, έλεγα: <<Εάν εκείνη με σκέφτεται από μακριά, είμαι ζωντανός για κείνην>>. Κι αυτό με στήριζε,με παρηγορούσε. Τώρα που πέθανες δε λέω πως δεν είσαι πια ζωντανή. Για μένα είσαι ζωντανή καθώς ήσουν, καθώς σε σκεφτόμουν από μακριά χωρίς να σε βλέπω, και θα 'σαι ζωντανή όσο θα 'μαι κι εγώ ζωντανός. Μα βλέπεις, είναι αυτό, ότι εγώ τώρα δεν είμαι πια ζωντανός και δε θα 'μαι για σένα ζωντανός ποτέ πια! Γιατί εσύ δε μπορείς πια να με  σκέφτεσαι όπως σε σκέφτομαι εγώ, δεν μπορείς πια να με νιώσεις όπως σε νιώθω εγώ...!"


"...όσοι πιστεύουν πως είναι ζωντανοί νομίζουν πως θρηνούν τους νεκρούς τους, κι απεναντίας, θρηνούν το δικό τους θάνατο, τη δική τους πραγματικότητα που δεν υπάρχει πια στη συνείδηση εκείνων που έφυγαν. Εσύ θα υπάρχεις πάντα στη συνείδησή μου. Εγώ, απεναντίας, μαμά, δεν θα υπάρχω πια σε σένα..."


"....η σκιά άρχισε να χάνεται μέσα στο δωμάτιο. Δεν τη βλέπω και δεν την ακούω πια. Αλλά ακούω να φτάνει από μακριά ένα παρατεταμένο θρόισμα φύλλων, που για λίγο με ξεγελάει και φέρνει στο μυαλό μου το υπόκωφο μουρμουρητό της θάλασσας, εκείνης της θάλασσας που δίπλα της βλέπω ακόμα τη μητέρα μου..."


"...σηκώνομαι. Πλησιάζω στο παράθυρο. [...] Ακούω μέσα μου, σαν να φτάνει από μακριά, τη φωνή της που μου ψιθυρίζει:
<<Κοίτα τα πράγματα με τα μάτια εκείνων που δεν τα βλέπουν πια. Θα νιώσεις μια θλίψη, γιε μου, που θα τα κάνει να φαντάζουν πιο ιερά και πιο όμορφα>>..."




Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από το εκπληκτικό κείμενο του Λουίτζι Πιραντέλο, "Συνομιλία με τη μητέρα", από το βιβλίο "Χάος" των εκδόσεων Καστανιώτη.